βόλισμα

βόλισμα
το
το αποτέλεσμα της βυθομέτρησης με βολίδα, επομένως ο αριθμός που σημειώνεται στους ναυτικούς χάρτες και δηλώνει το βάθος: Σ' αυτό το σημείο η θάλασσα έχει βόλισμα 1.200 μ.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • βόλισμα — το [βολίζω] το αποτέλεσμα της βυθομέτρησης με βολίδα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”